ΕΙΠΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ:ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΓΩ ΥΠΑΚΟΥΣΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ

Οἱ πόνοι τῆςΠαναγιᾶς

 




Οἱ πόνοι τῆςΠαναγιᾶς

Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;


Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;


Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.


Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,


ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.




Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,


θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,


ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.


Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.


Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.




Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,


νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ


νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,


κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ


ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.




Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,


χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!


Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!


Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.


Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!


Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.


στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!


- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-


Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά


την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!




Κώστας Βάρναλης